There is no World
without an Act of Meaning

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Ελεφάντια Νιαουρίσματα

Στην ελληνική καθημερινή φρασεολογία συναντάται αρκετά συχνά η έκφραση «τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια», στην αγγλική με όχι ακριβώς την ίδια νοηματοδότηση (μάλλον) είθισται να λέγεται “there’s an elephant on the roof”, δηλαδή πως υπάρχει ένας ελέφαντας στην οροφή. Αυτές οι παροιμίες ή καλύτερα οι γλωσσικές μεταφορές εξυπηρετούν τον εκφέροντα λόγο του/της χρήστη/ριας, στην εκάστοτε περίπτωση, καθιστώντας τον επαρκή στην ορθολογικότητα. Αυτό που επικοινωνείται είναι πως οτιδήποτε λέγεται και συνοδεύεται από αυτές τις μεταφορές είναι πρόδηλα "πασιφανές" ενώ δεν ενδέχεται να έχει άλλες ερμηνείες, εκτός και αν κάποιος θα ήθελε να παραλογισθεί ώστε νιάου νιάου να μπορεί να κάνει και ο κροκόδειλος (βλ. παροιμία κροκοδείλιων δακρύων που πατάει σε ανάλογη πρακτική). Στην ελληνική γλώσσα το θετικιστικό μοντέλο εξοπλίζεται με την γνωσιοθεωρητική άποψη του "πως αντιλαμβάνομαι αυτό που υπάρχει στο κόσμο εκεί έξω", καθώς η γάτα γίνεται ένα ον που εκφέρει «φωνήματα» νιάου (?) και γω μέσω των αντιληπτικών "έσω" όπλων γνωρίζω αυτόν τον "έξω" κόσμο. Στην αγγλική γλώσσα, μάλλον μεγαλύτερης παράδοσης στη νευτώνια σκέψη (?) , δίνεται σημασία στη «βαρύτητα» της πραγματικότητας καθώς και το πώς θα μπορούσε να σταθεί ένας ελέφαντας σε μία οροφή, επιτονίζοντας την παραδοξότητα του ανορθόλογου μέσω κατεστημένων νόμων φυσικής.


Σ’ αυτήν μου την απόπειρα επιχειρώ να καταστήσω σαφές πως το παιχνίδι του «πραγματικού» που προσπαθεί να εξοπλίσει μέσω των μεταφορών το στρατόπεδο του πραγματισμού είναι, αν όχι παταγωδώς έξωπραγματικό, τουλάχιστον αυθαίρετα ιδωμένο, εφόσον παραλληλίζει την θετικιστική σκοπιά στην κοινωνική πραγματικότητα.

Αυτό που μπορεί να ιδωθεί με περιττή σκέψη είναι πως οι λεκτικές αυτές μεταφορές σε κάθε περίπτωση επιδιώκουν το λεκτικό σκοράρισμα αυτού που τις ενεργοποιεί. Τουτέστιν πάντα υπάρχει ένα υποκείμενο που λειτουργεί ως φορέας του λεκτικού περιεχομένου (εγώ που μιλώ), ένα αντικείμενο που το χειρίζεται ως πιόνι (η γάτα/ο ελέφαντας), και τέλος μία δυναμική κατάσταση που διαδραματίζεται και σκοπεύει στην κατάδειξη της «αλήθειας» του ομιλητή (τα κεραμίδια/η οροφή). Το λεκτικό σκηνικό εδώ όμως δεν καθιστά πραγματικό a priori ούτε το πλαίσιο, ούτε το δρων υποκείμενο παρατήρησης, ούτε το σκηνοθετημένο δρων αντικείμενο. Αντιθέτως, επιχειρεί να καταστήσει a posteriori στο/στην επικοινωνούντα το περιεχόμενο του λόγου, δηλαδή πως μία δυναμικότητα βρίσκεται σε θέση αξίωσης της πραγματικότητας. Δηλαδή, στο παράδειγμα της γάτας, αυτό το οποίο θα είναι στη σκεπή και κάνει νιάου νιάου είναι η γάτα, με όρους πραγματικότητας και σχετική βαρύτητα στο ον. Αυτό που επιχειρείται απερίφραστα είναι μία ντετερμινιστική οντολογία του αντικειμένου, με όρους άκρατης θετικιστικής σκέψης,  δηλαδή η γάτα πάντα θα κάνει νιάου.


Και που είναι το πρόβλημα θα διερωτηθεί κάποια ή κάποιος; Η προβληματική είναι στην μη στοχαστική διερεύνηση της δυναμικότητας της κοινωνικής κατάστασης, δηλαδή των διαπλεκόμενων σχέσεων δύναμης, όπως θα ήταν η σχέση ενός ιερέα με το ποίμνιο του, εφόσον και ο Λόγος του Θεού επιχειρείται να επικοινωνηθεί μέσα από επαναλαμβανόμενες κανονικότητες. Αν ο ελέφαντας, ήταν μέρος μιας σκεπής τότε αυτό θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο ως μέρος μίας ακραίας εκδοχής της θετικιστικής σκέψης , όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που λαμβάνει μέρος σ’ ένα θίασο τσίρκου και έχει μάθει να εκτελεί παραγγέλματα ανεβαίνοντας σε οροφές. Οι ελέφαντες σε πολλές ανατολικές χώρες είναι μέρος της καθημερινής κοινωνικής ζωής, χρησιμοποιούνται σαν ιερά ζώα, όπως στον ινδουϊσμό, ως και βοηθητικά ζώα στις καθημερινές εργασίες. 
Η ελεφαντόμορφη ινδουϊστική θεότητα Γκανέσα, 
πρέσβειρα της γνώσης και της σοφίας, 
που θεωρείται ότι βοηθάει τους πιστούς 
να ξεπερνούν τα εμπόδια. 
Έτσι είναι πολύ πιθανό να βρεθεί ελέφαντας σε μία οροφή, ειδικά στις πυκνοκατοικημένες περιοχές που η στέγη ενός σπιτιού είναι η αυλή του άλλου. Ακόμη στις δυτικές κοινωνίες οι γάτες λόγο της πολιτικής ελέγχου των αδέσποτων ζώων, έχουν εκλείψει από τις γειτονιές των μεγάλων μητροπόλεων, ενώ σ' αυτές τα σπίτια με κεραμίδια έχουν αντικατασταθεί από ψηλά κτίρια. Συν τοις άλλοις η γάτα στην ελληνική γλώσσα λέγεται ότι νιαουρίζει ενώ στα αγγλικά λέγεται ότι μιαουρίζει, καθώς προφέρεται ως μιάου (meow). Οπότε σε κάθε περίπτωση αυτό που καταδεικνύεται είναι η εξουσία αυτού που χειρίζεται το λόγο και επιχειρεί να καταστήσει την μόνη και μία αλήθεια, όπως στην περίπτωση της διαλεκτικής μεταξύ δύο ανθρώπων με διαφορετικές "ταυτότητες". Δεν εννοείται εδώ πως αυτό γίνεται με μία συνωμοτική διάθεση σκευωρίας. Εννοείται πως τα νοήματα είναι εκεί έξω ήδη πριν από τον οποιονδήποτε και ως δάνεια ρεύματα σκέψης, διαλεκτικές κοινωνικές ταυτότητες μπαίνουν σε κανάλια τους.


Αυτό που δεν περιμένει κανείς όμως, ως είθισται, είναι πως αν  ακούσει στα κεραμίδια κάποιο φώνημα που μοιάζει με γάτας, αυτό θα μπορούσε να είναι ο νίντζα που μιμείται φωνές ζώων αλλά η γάτα, καθώς νίντζα δεν υπάρχουν πια ή αν το σκεφτόταν αυτό πριν από την σημερινή διαπραγμάτευση θα θεωρούνταν μάλλον παρανοϊκός (?). Δεδομένο δεν είναι τίποτα και αυτό από μόνο του αποτελεί την πρώτη και θεμέλια σιγουριά α λα σωκρατική σπεσιαλιτέ.
 Το ενδιαφέρον είναι νομίζω να βλέπω κάθε φορά ποιος είναι αυτός ή αυτή που θέλει να μου παρουσιάσει μία κατάσταση ως δεδομένη και ποιους σκοπούς εξυπηρετεί μέσα σ' ένα συγκεκριμένο δυναμικό πλαίσιο, κινητοποιώντας την κοινωνική διαλεκτική. 
Ναι, γνωρίζω πως μπορεί να ακούγεται καχύποπτο και παρανοϊκό πως πίσω απ’ όλα «κρύβεται» κάτι μόνο που δεν εγράφη αυτό. Τις περισσότερες φορές οι συνομιλητές μου πιστεύουν ότι μιλούν την μόνη και δεδομένη «αλήθεια», δεν μπορούν καν να διανοηθούν πως χρησιμοποιούν συγκερασμένες πραγματικότητες πολλαπλώς δοκιμασμένες και politically correct αποδεχόμενες, ειδάλλως ο παραλογισμός και η τρέλα τους περιμένει στη γωνία. Χμ! Οι πολλαπλές αναγνώσεις και η κριτική παύση είναι κάτι όμως που, αν μη τί άλλο, δεν φοβάται ούτε την τρέλα ούτε τον παραλογισμό.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

συναισθήματα τα στερεότυπα ή στερεότυπα τα συναισθήματα;

"Στερεότυπα: Γενικευτικές πεποιθήσεις των μελών μιας ομάδας ως προς το πώς συμπεριφέρονται τα μέλη μιας άλλης ομάδας" απαντάει η κοινωνική ψυχολογία, αντλώντας από το γνωστικό μοντέλο, για το τι είναι αυτά τα στερεότυπα (βλ. Κοινωνική Ψυχολογία, Κοκκινάκη. Φ.) 

Προσωπικά δεν ξέρω ποιος/ποια κάθε φορά απαρτίζει ποια ομάδα και πως αλληλεπιδρά μέσα σε αλλεπάλληλα χαοτικά νοήματα για να στερεοτυπήσει και να στερεοτυπηθεί. Αυτό που νομίζω πως ξέρω, είναι πως σε ανάλογες βιωματικές χρονικότητες οι περισσότεροι/ες θα έχουν βιώσει το πένθος του τέλους, του τέρματος, του αποχωρισμού, του θανάτου, θα έχουν νιώσει την χαρά της αρχής, του νέου, της δημιουργίας, του απροσδόκητα ωραίου, χωρίς να είναι απαρεγκλίτως απόλυτο ως ένα μοντέλο αυτό.

Σήμερα στο μετρό συνάντησα την Δήμητρα, την Γαλάνη. Αυτή τη στιγμή χαρά και πένθος. Αμφιθυμία. Χαρά που είδα μέσα σε ένα μέσο ευρείας χρήσης αυτό το λαρύγγι που μου 'χε κρατήσει συντροφιά για αρκετά βράδια. Χαρά που "έδωσε" την σπρωξιά της, στις δικές μου αφηγήσεις, για την κοινωνική αλλαγή. Χαρά επειδή της κράτησα το μπράτσο και της είπα ένα ευχαριστώ γνωρίζοντας ότι ανατροφοδοτώ αυτό το εξ αποστάσεως πρόσωπο, που ήξερα ως τώρα μονόδρομα. Και μετά πένθος. Πένθος για την κάθε όμορφη επαφή που τελειώνει. Πένθος για την αλλαγή μιας κοινωνικής κατάστασης που δεν έχει έρθει ακόμη. Πένθος για τα λόγια  που δεν ειπώθηκαν ποτέ και έτσι "πραγματικότητες" έμειναν να περιμένουν την εκάστοτε δική τους αλληλεπίδραση.

Τα συναισθήματα αυτά του πένθους ίσως δεν αποτελούν την μονοπωλιακή διεκδίκηση του πεσσιμιστικού στρατοπέδου, όπως η περισσότερες πολιτικές ευτυχίας επιβάλλουν, μπορούν να γίνουν νοσταλγία, αναπόληση περαστική και τέλος, η Δήμητρα, το αντικείμενο ενός στοχασμού, που με τεχνικά ηχοχρώματα, κάλλος συναισθηματικότατο και λογοτεχνικά τερτίπια καλοπιάνουν μια παρελθούσα χρονικότητα ενός στοχασμού για να καλοσορίσουν το, απείρων σεναρίων, εκτυλισσόμενο μέλλον. 
Χειμωνιάτικο βράδυ του 2008 στα Ιωάννινα, 
παρέα με τη Δήμητρα στο ηχείο, 
πίσω από το μπλοκ των σημειώσεων της σχολής, δημιουργημένο 
χωρίς πίεση, με "αυτόματη" γραφή.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

όταν η μουσική συναντάει την κριτική κοινωνική πρακτική

Ο σμήναρχος P.W. Tibbets χαιρετώντας από το
πιλοτήριο του βομβαριστικού λίγο πριν την
απογείωση στις 6 Αυγούστου 1945.
(αρχείο πολεμικής αεροπορίας ΗΠΑ)
Το ημερολόγιο έδειχνε 6 Αυγούστου του 1945 8:15 το πρωί και η ιστορία θα σήμανε σε λίγο το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στις 2 Σεπτεμβρίου με την παράδοση άνευ όρων της Ιαπωνίας στο θωρηκτό των ΗΠΑ "Missouri". 

Ρίψη του "Little Boy" στη 
Χιροσίμα, λήψη από 
έδαφος σε απόσταση 7χλμ.
Η ημερομηνία αυτή του Αυγούστου όμως θα κέρδιζε την πρωτιά στην αρχή μιας νέας εποχής πολέμων με την χρήση πυρηνικών όπλων. Το αυγουστιάτικο αυτό πρωινό και τρεις μέρες αργότερα στις 9 Αυγούστου του 1945 θα έχαναν 240.000 άνθρωποι την ζωή τους με τις δύο επιθέσεις/"βόμβες" των ΗΠΑ στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.

εκεί που τίποτα δεν κινείται:
άνθρωπος κινεί την σκέψη του
Το όνομα του βομβαριστικού που θα έπληττε την Χιροσίμα ήταν Enola Gay που ήταν το όνομα της μητέρας του πιλότου σμήναρχου Tibbet. Η βόμβα που κουβαλούσε ονομαζόταν "Little Boy", το οποίο σημαίνει το μικρό αγόρι. 
<<ο γιος που μεταφερόταν μέσα στη μαμά του!>> (που σε Φρόυντ να δεις συμβολισμούς)

Στην ανατολή της δεκαετίας του 1980 η Thatcer θα έτριβε τις πλάτες των ΗΠΑ, επιτρέποντάς την τοποθέτηση πυρηνικών πυραύλων σε βρετανικό έδαφος, λαμβάνοντας θέση στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής ΗΠΑ-ΕΣΣΔ. Το βρετανικό συγκρότημα Orchestral Manoeuvres in the Dark (OMD) θα γράψει το κομμάτι "Enola Gay", το οποίο κυκλοφορεί στις 26 Σεπτεμβρίου 1980. Οι
αρχικά σχεδιάστηκε για το κίνημα παρόπλισης
των βρετανικών πυρηνικών όπλων στα τέλη του 1950
στίχοι του ανακεφαλαιώνουν την πρόσφατη ιστορία του βομβαρδισμού της Χιροσίμα με έντονο σαρκασμό και ειρωνεία ενώ δεν αφήνουν απέξω το πολιτικό κλίμα της εποχής με την Thatcher στο στόχαστρο, ως άλλη μία εθνική ηγέτιδα/δυνάστης. Τον Οκτώβριο του 1983 πάνω από 300.000 πολίτες στην Μεγάλη Βρετανία διαδηλώνουν κατά των πυρηνικών όπλων στο Hyde Park του Λονδίνου. 

οι στίχοι:
Enola Gay, you should have stayed at home yesterday
Oho can't describe the feeling and the way you lied
These games you play, they're gonna end it all in tears someday
Oho Enola Gay, it shouldn't ever have to end this way
It's 8.15, and that's the time that it's always been
We got your message on the radio, conditions normal and you're coming home
Enola Gay, is mother proud of little boy today
Oho this kiss you give, it's never ever gonna fade away
Enola Gay, it shouldn't ever have to end this way
Oho Enola Gay, it shouldn't fade in our dreams away
It's 8:15, and that's the time that it's always been
We got your message on the radio, conditions normal and you're coming home
Enola Gay, is mother proud of little boy today
Oho this kiss you give, it's never ever gonna fade away

Προτιμώ αυτή την εκδοχή του κομματιού απ' αυτήν των OMD καθώς θυμίζει περισσότερο '68.

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

εναλλακτική απόπειρα ερμηνείας με βάση την αποδοχή



Πραγματικά μπορεί να κριθώ για τις αμερικλανικές μου "επιλογές" μα εδώ αν εξαιρέσω την αναπαραγωγή του μοτίβου  σχέσεις α. μόνο σε πλάνο των δύο, β. σε λευκούς, γ. σε ετεροσεξουαλικό μοτίβο, δ. σε σχέσεις εξουσίας πλουσιοκόριτσου - φτωχοπαλήκαρου είναι μια εξαιρετική ερμηνεία με προεκτάσεις όπως α. δεν υπάρχει μία φύση που κανονικοποιεί καθώς το φυσικό ζόμπι διαφοροποιείται της κανονικότητάς του, β. οι πράξεις που συντελούνται μεταξύ των επικοινωνούντων συγκροτούν μία μικροπραγματικότητα που αντιβαίνει τις κυρίαρχες άλλες δύο, γ. η αποδοχή άνευ όρων και χωρίς φόβο είναι κάποιες φορές τρόπος προσπέλασης για happy endings. 
Απεσταγμένα: τα τέρατα και η τερατογένεση δεν είναι a priori κακά! 
Παραθέτω την παρακάτω αγαπημένη μου σκηνή με το πολύ αγαπημένο κομμάτι Midnight City από τους M83.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Σκέψεις θανάτου της Καλλιόπης και του Γιάννη


Mort du fossoyeur, Carlos Schwabe (1895)


Όταν η επικούρεια φιλοσοφία διατύπωνε πως : "ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος, καθώς ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται κι ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας αφορά[1]" δεν είχε σχεδιάσει την επίδρασή αυτής της υλικής ηδονιστικής αρχής στα μελλοντικά δρώμενα μιας «παγκοσμιοποιημένης» πολιτικής οικονομίας, που ψάχνει τρόπους άλλοτε για να ξεφύγει και άλλοτε να ξεγελάσει τον ιδεολογικό της θάνατο. Ενώ η επικούρεια ρήση προσπαθεί να αποδομήσει την ιδέα του θανάτου με ένα ελισσόμενο πισωπλατισμό, ανάγοντας τον σε μία αν-αισθητική κατάσταση , στις μέρες μου βλέπω το ίδιο αυτό υπερ/αν-αισθητικό (υπεραισθητικές δόσεις αναισθησίας) να δρα με πολλαπλές εκδοχές. Ο θάνατος ως πυρήνας παραμένει κάτι το κακό , εξαιρούμενος στις επιστημονικώς με το γάντι προσεγγίσεις, που μιλούν για γένεση μέσω αποδόμησης υλικών ενώ περνάνε γρήγορα οι σελίδες για να ξανακολλήσουν στο γένεση, δημιουργία, γένεση, δημιουργία, γένεση… εφόσον ο θάνατος κρατάει την έδρα της ανυπαρξίας. Ο θάνατος γίνεται το τέλος, η τελευταία παρενθετική αγκύλη στην αρθρώμενη πρόταση που λέγεται ζωή. Θα ήταν , αν όχι μάταιο, υπερφιλόδοξο να προσπαθήσω να αλλάξω την άποψη του κάθε αναγνώστη με αυτό μου το φλυαρολόγημα. Είναι σκοπίμως όμως ελπιδοφόρο να δανείσω, έστω μέσα απ’ αυτές τις παραγράφους, τις νοηματικές διόπτρες προς μία άλλη-έτερη οπτική. Σίγουρα η οπτική αυτή δεν θα είναι πρωτοπόρα ή καινοτόμα, αποσκοπεί όμως στο να είναι εναντιωμένη στους δοκησίσοφους εξουσιολάγνους που φέρονται ως λόγιες ταυτότητες, από τον εκφερόμενο λόγο στην στάση του λεωφορείου ως το έδρανο της βουλής και του πανεπιστημίου. Όσον αφορά το στενό μου κοινωνικό δυτικό πλαίσιο αναφοράς, και δη το ελληνικό με δάνειους αφηγηματικούς εθνικούς όρους, θα επαναλάβω πως αποπειρώμαι να δανείσω τις διοπτρίες “μου” εδώ, οι οποίες είναι εμπλεγμένες ιδεολογικώς και ιστορικώς, συνεπέστατες στα διακυβεύματα της εποχής τους με μία απόπειρα αναστοχαστικής διάθεσης.

Ξεκινώντας το ταξίδι μου για την σχολή και περιμένοντας στην στάση έτυχε να καταμαρτυρήσω τον διάλογο δύο παλιών γειτόνων, που ενώ χάθηκαν λόγω μετακόμισης του ενός σε άλλη χώρα, όπως θα δήλωναν, ξαναβρίσκονταν μετά από χρόνια στη στάση. Αυτό που άκουγα ήταν αρκετά καθαρό, καθώς οι φωνές χαράς είχαν υπερβεί την διάθεση μου για ύπνο. Το καλύτερο ήταν πως δεν ήξερα τα πρόσωπα αυτά και δεν θα τα ξανάβλεπα. Παραδόξως, την ημέρα εκείνη είχα ξεχάσει τα ακουστικά του πολυμηχανήτατος/επέκταση εαυτού, που με κάνει να αποφεύγω τέτοιες κουβέντες και συζητήσεις κατά την διάρκεια των μετακινήσεών μου. Εν συντομία ο Γιάννης είχε πιάσει δουλειά σε ένα τυπογραφείο ως γραφίστας και η Καλλιόπη είχε μετακομίσει στα βόρεια προάστια της Αττικής μετά από την περάτωση των νομικών σπουδών της στην Αγγλία, ενώ τώρα δούλευε ως ελεύθερος επαγγελματίας. Από τον διάλογο τους θα ήθελα να αναφέρω μόνο μία πρόταση της Καλλιόπης προς τον Γιάννη όταν μιλούσαν για το πόσα χρόνια πέρασαν . Φτιαγμένη και στυλιζαρισμένη όλο επιτυχία και καριέρα η Καλλιόπη λέει στο Γιάννη – Γιάννη: «Αχ βρε Γιάννη, είσαι 41 χρονών!!!;;;; Δεν σου φαίνεται καθόλου, μέχρι 30 σ’ έκανα όταν είδα να πλησιάζεις την στάση», κάτι που το διαδέχθηκε γέλιο και ένα «Έλα σιγά, και συ στα καλύτερά σου φαίνεσαι». Ας τα πάρω όλα όμως απ’ την αρχή. Εδώ θα έλεγα πως μπορώ να διακρίνω τουλάχιστον τέσσερα ρεπερτόρια στα λόγια της Καλλιόπης. Ποια είναι αυτά;

Παρτιτούρα α: Μα αυτή είναι η αλήθεια. Το πρόσωπο που δηλώνει κάτι σαν το παραπάνω σ’ ένα Γιάννη και θα απαντούσε στην ερώτηση γιατί το είπε αυτό, «γιατί αυτή είναι η αλήθεια». Εδώ όμως ας κάνω μία παύση και ας αναλογισθώ τι είναι η αλήθεια; Το μόνο σίγουρο είναι πως θα βρεθώ μεσοπέλαγα ανάμεσα σε αρχαιόπληκτα οντολογικά και γνωσιολογικά μονοπάτια της φιλοσοφίας και σε σύγχρονες δομολειτουργικές θεωρίες ορθολογισμού. Η κατάληξη θα είναι ο (Λ)όγος της επιστήμης, δηλαδή θετικιστική γνώση που μπορεί να «αποδειχθεί» ειδάλλως θα είναι άχρηστη. Μετρικά χαρακτηριστικά είναι αυτά που θα στοιχειοθετήσουν την “αλήθεια” όπως λόγος ηλικίας/ρυτίδων, ύψους/κιλών, χρώματος μαλλιών/αριθμός τριχών, λευκό δοντιών/γαλαζοπράσινο ματιών και συνεχίζει σε ποικίλης κλίμακας ανα-λογίες. Στις πλείστες των περιπτώσεων η απολογία με θέμα «γιατί μ’αρέσει»εμπλουτίζεται με την 7η τέχνη, δανείζεται από το Χόλυγουντ και εδώ ναι θα ακούω μία κουβέντα που εκπλήξεις μάλλον δεν κρύβονται. Στην περίπτωση που έλεγα πως η ηλικία είναι μια αυθαίρετη κοινωνική σύμβαση που έχει ξεχαστεί και σκεπαστεί με σχέσεις εξουσίας σε δημιουργημένες αναπτυξιακές κλίμακες κοινωνικά, τότε το αναμενόμενο είναι να γινόμουν το περίγελο που συστήνεται από την εκκεντρικότητα ενός σαλταρισμένου σχοινοβάτη μιας φιλοσοφίζουσας σκέψης, η οποία παραμένει σε αυτοαναφορικό επίπεδο, όπως και η νιτσεϊκή τρέλα. Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει όρο λογικής και άρα της αλήθειας εφόσον δεν αναγνώριζε τον λόγο και την αλήθεια ως όρους φυσικής πραγματικότητας. Δεν θα αγγίξω στην διαπραγμάτευση μου αυτή την περίπτωση που κάποιος/α μιλάει με όρους «θείας αλήθειας» καθώς μετά το Διαφωτισμό, το παιχνίδι γέρνει υπέρ του Λόγου όχι του θεού αλλά της απόδειξης, όπως απέδειξε η τεράστια απήχηση του Καντ στην δυτική σκέψη με την Κριτική του Καθαρού Λόγου.

Παρτιτούρα β: Ώχ βρε παιδί μου. Σε μία άλλη (ή και συμπληρωματική περίπτωση) που ρώταγα το γιατί το είπε αυτό η Καλλιόπη στο Γιάννη, ενδεχομένως λάμβανα την απάντηση «άσε με βρε παιδάκι μου, τι να του πω τώρα ότι είναι σαν να έχει καταπιεί κρεμάστρα;» Σε αυτήν την περίπτωση η Καλλιόπη φαίνεται πως θα κινητοποιούσε την διάθεσή της για κοινωνική επιθυμητότητα, σε μία ψυχοφλυαρίζουσα υποψία. Ο πυρήνας που συντίθεται εδώ είναι αυτός της κοινής προτασιακής λογικής που αποκτάται ως κοινωνική δεξιότητα χωρίς καμία προσπάθεια απλώς ζώντας μέσα σε κοινωνικά σύνολα. Αυτό που δεν φαίνεται τόσο ξεκάθαρα σε αυτήν την προτασιακή λογική είναι πως λέω ότι λέω, κάνω ότι κάνω και σκέφτομαι όπως σκέφτομαι γιατί έτσι είθισται ή ακόμη καλύτερα επειδή έτσι είναι το σωστό, το λογικό, το συνετό. Αν πω πως ο Γιάννης είναι σαν να έχει καταπιεί κρεμάστρα χωρίς να έχω «προηγούμενα» μαζί του, μία συμπεριφορά που δεν μπορώ να αιτιο-/-λογήσω, αυτό με καθιστά αυτομάτως παρά-λογο/η. Ακόμη και στην περίπτωση που η Καλλιόπη το λέει αυτό στο Γιάννη, όταν ερωτάται γιατί το είπε αυτό, θα κάνει λόγο για μία “υποκειμενική” αισθητική έτσι ώστε να μην κριθεί πως παρα-λογίζεται. Εδώ το ερώτημα που μου έρχεται άμεσα είναι για ποια υποκειμενική/αντικειμενική αισθητική (οποιασδήποτε βιωματικής εμπειρίας) μιλάω; Μα οι λέξεις που θα χρησιμοποιήσω είναι συγκεκριμένες και ήδη φτιαγμένες πολύ πριν από μένα, τα μέτρα έχουν σταθμισθεί επίσης και είναι απολύτως περατά (ή μήπως όχι). Η υπακοή στο κοινωνικό κυρίαρχο γίγνεσθαι φαίνεται πως τα περατώνει, τα ορθολογικοποιεί και προφανώς τα ευθυγραμμίζει σε ένα συγκεκριμένο πατρόν κόψε-ράψε κανονικοποιητικής ορθότητας, στην οποία ότι δεν συντάσσεται αποκλίνει, εξαιρείται και αποτελεί την βάση του εναλλακτικού , του ιδιαίτερου, το οποίο όμως αναφέρεται με όρους ετερότητας σε αυτήν την κανονικοποίηση. Εδώ όμως είναι υπερβολικώς καίριο να αναφερθεί πως εκατομμύρια συνάνθρωποί μου αποτελώντας την πρώτη ύλη σαπωνοποιίας, το αγκάθι για την σύσταση ενός έθνους αποτελώντας ετερότητα στην ομοιογένεια του[2] σφαγιάστηκαν από άλλους συν-ανθρώπους, οι οποίοι συνεχώς αιτιο-λογούσαν πως εκτελούσαν διαταγές, ο καθένας στην «θέση» τους το ίδιο θα έκανε. Αυτή η υπακοή στην κανονικοποίηση θα απαντούσε και στο πως αισθητικά μία ελληνίδα δικηγόρος Καλλιόπη δεν μπορεί να ερωτευτεί ένα πακιστανό οικονομικό μετανάστη. Οι βάσεις τις αισθητικής κανονικοποίησης έχουν τεθεί και έχουν πείσει, ως ερυθρό αιμοσφαίριο που κυλάει σε αρτηρία, την κάθε Καλλιόπη και Γιάννη. Αν της πρότεινα της Καλλιόπης να συνευρεθεί ερωτικά με τον οικονομικό μετανάστη που βρισκόταν δίπλα μας θα μου απαντούσε στις πλείστες των περιπτώσεων πως “εγώ δεν έχω τίποτα με τους Πακιστανούς αλλά …(συμπλήρωσε κατά βούληση, η κυρίαρχη ιδεολογία τους έχει εξοπλίσει όλους για να συμπληρώσουν με ατέρμονες προτάσεις την παραπάνω φράση)”. Αυτή η κυρίαρχη ιδεολογία όμως και σφάγιασε και κανονικοποίησε το ωραίο μέσω μίας φυλετικής θεωρίας που παραμυθικώς αυθαίρετα συνέθεσε το ξανθό και γαλανό ως καθάριο, καλύτερα όμως εκθείασε την ομορφομετρικά στοιχειοθετημένη παρουσία είτε με ξανθό σκανδιναβίας είτε με ανατολίζον μαύρο του ερέβους[3], σε μία εναλλακτικότητα, που κληροδοτήθηκε στις επόμενες κυρίαρχες ιδεολογίες της δύσης. Oι ΗΠΑ βγήκαν επωφελημένες από το ΒΠΠ και από το ψυχροπολεμικό κλίμα, κάτι που θα έθετε σε κυρίαρχη θέση, το Χόλυγουντ ως ένα έμμεσο ιδεολογικό μηχανισμό, το οποίο ήρθε και αλληλεπίδρασε με Παρισινές κολεκτιόν[4] και ανέβασε σε σκάλες του Μιλάνο, κάνοντας λόγο στο πηλίκο του σύγχρονου lifestyle. Όλη η βιομηχανία της μόδας και της εξουσίας του συμβόλου πήρε αυτές τις νέες διαστάσεις στο δυτικό πλαίσιο. Σίγουρα δεν έχω καμία πρόθεση να ενοχοποιήσω την δύση και τον κάθε δυτικό, αν καταφέρω όμως να υποψιάσω αναστοχαστικά έστω και μία σκέψη μετά από κάποια τυχαία ανάγνωση θα έχω καταφέρει το στόχο μου.

Παρτιτούρα γ: Μου άρεσε και δεν ήθελα να το πω ευθέως. Στην περίπτωση που η απάντηση της Καλλιόπης δήλωνε ευθυτενώς το ερωτικό ενδιαφέρον τότε θα με βοηθούμε μια ψυχοδυναμική μιλώντας για (δυσ)ανεπίλυτα ηλέκτρεια συμπλέγματα, που θα αναβιωθούν στο πρόσωπο του Γιάννη, συγκρότηση του Εγώ που διεκδικεί και τα βάζει με το Θάνατο ενώ συμμαχεί με τον Έρωτα, και δεν συμμαζεύεται. Με αυτό τον τρόπο στοχεύοντας στο δάσος σίγουρα θα πετύχαινα τη φώκια στην παραλία. Αντιθέτως με την ψυχαναλυτική που μπορεί να είχε βάθος απύθμενο, θα προτιμήσω να κινηθώ στην αναλυτική σκέτο. Δηλαδή η Καλλιόπη με ποιο τρόπο φτάνει στο να το δηλώσει έμμεσα πως της αρέσει ο Γιάννης; Η απάντηση φαντάζει απλή! Μα αν του το έλεγε ευθέως τότε θα ακύρωνε κάθε μοτίβο θηρευτή άνδρα που κυνηγάει το κλωσσοτήριο θηλυκό, θα ήταν «μία πόρνη» καθώς «μία κυρία δεν κυνηγάει αλλά κυνηγιέται». Και μόλις εδώ μπαίνει από το παράθυρο η έννοια της σεξουαλικής ταυτότητας και μάλιστα όπως δομείται στο δυτικό στερέωμα. Μα είναι θεμέλια ταυτότητα θα μου έλεγε η Καλλιόπη και τότε αρκεί να τις πέταγα το μπουβουάριο ξόρκι «γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι». Εφόσον αρχίσει η επίδραση του μαγικού φίλτρου της απαγκίστρωσης από το ψυχοενδόσωμα, βλέπεις ξαφνικά τριγύρω άπαντες να γίνονται, αυτός που φοράει λευκά και φέρει στηθοσκόπιο γίνεται «γιατρός», αυτός που ξαπλώνει τον άλλο σε ανάκλιντρο για να του μιλήσει συνεχόμενα για 45 λεπτά, «ψυχαναλυτής», αυτός που φουσκώνει τους δικέφαλους βραχιόνιους και τον ορθό κοιλιακό τρέχοντας με σημαίες εθνικές, «άντρακλας» και κάνει την Καλλιόπη να νιώσει «γυναίκα», αυτό που βρίσκεται σε ένα καρότσι φασκιωμένο με ροζ ή σιέλ αντανακλάται ως «μωρό γούτσου-γούτσου». Όταν βλέπω βρέφη, παρεμπιπτόντως,  σκιάζομαι, και όχι γιατί είναι τρομακτικά αλλά γι’ αυτό που πρόκειται να έρθει σε αυτό το πλαίσιο που βρεθήκανε και εφόσον κατακτηθεί η γλώσσα. Μα η Καλλιόπη δεν μπορεί να μιλήσει στον άντρακλα που μπορεί να χώσει και χαστούκι, ας είναι και νομικιά σπουδαγμένη, αν η ιδεολογία της είναι αυτή της φυσικής επιλογής και της (ευ)γενετικής που έχουν κατακλύσει κάθε επιστημονικό χώρο.

Το να μην μιλήσεις με αυτό το ρεπερτόριο της φυσικοποίησης σημαίνει πως δεν μιλάς λογικά καθώς είναι «φυσικό», το λιοντάρι να είναι λιοντάρι, η γυναίκα να είναι γυναίκα, ο άνδρας να είναι λιοντάρι, ο πλούσιος να είναι καρχαρίας και ο φτωχός να είναι σαρδέλα, “έτσι μας έμαθαν” λέει, “τώρα θα τ’ αλλάξουμε”; Η ιδεολογία της φυσικής επιλογής/ευγενετικής φαίνεται μέχρι και στα επαναστατικά πανό της οικονομικής κρίσης, όπου πολλά μικρά ψαράκια πάνε να φάνε ένα μεγάλο, απλώς αντιστοιχείται με αντίθετους όρους. Είναι αυτό που είπα, μα δεν μπορώ να μιλήσω με άλλα νοήματα / ιδεολογήματα πέραν αυτών που είναι ήδη διαθέσιμων, το ηθικό δίλημμα είναι αν θα κάνω παύσεις να τα ξανασκεφτώ κριτικά. Το αυθαίρετο παραμυθικό της ιδεολογίας της φυσικής επιλογής είναι πως μία περιγραφή που σχετίζεται με άλλες δομές, με διαφορετικά πράγματα και αυτή χαοτική στις περιγραφές της, ένα χρυσόχαιτο λιοντάρι στην σαβάνα, τείνει να γίνεται το χρυσό αγόρι βρετανικού λόμπι. Μα η απάντηση είναι απλή, αυτό που γίνεται είναι ένα παραμυθικό ευ/φυο-λόγημα που σκοπεύει στην διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης, αν θέλω να κάνω το παραμύθι αλήθεια, είναι απλό, θα αρχίσω να το από-δεικνύω[5]. Σχετικά με το αισθητικό τμήμα της φυσικοποίησης αυτής δεν έχω ακούσει ποτέ να περιγράφεται ένα ποθητό που να περιέχει δύο κεφάλια, δώδεκα δάκτυλα ή μπλε αυτιά και εδώ μπαίνει ο όρος της αναπηρίας που φαίνεται πως αλλάζει και αυτός, όπως και η βιομηχανία της μόδας. Τι είναι αναπηρία; Και ποιος την κρίνει με ποιον τρόπο; Αντικείμενο σκέψης και ίσως κίνητρο επόμενης φλυαρολογίας. Πάντως αν μου θέσει την παραπάνω πρόταση η Καλλιόπη αυτό που θα συνδηλώνεται είναι η αναμονή της βασούλας για τον ασημένιο ιππότη, καρπερός αυτός , τροφαντή αυτή – στα επίμαχα σημεία. Κι όμως κάθε δυτική σκέψη μιλώντας εγώ για επίμαχα στοιχεία σκέφτηκε γοφούς, στήθη, χείλια και όχι δεν είναι τυχαία η σκέψη αυτή καθώς καταδεικνύεται το πως πιάνεται η κυρίαρχη ιδεολογία και δη της αισθητικής επικαιροποιημένα.

Σε αυτό το σημείο έρχεται η παρτιτούρα δ, η οποία αντλεί από τα προηγούμενα και συνεχίζει: μου αρέσει, όχι ερωτικά αλλά είναι αντικειμενικά ωραίος. Αν η Καλλιόπη είναι κτήμα του Μήτσου και ο Μήτσος κτήμα της Καλλιόπης, δηλαδή κοινώς «έχουν σχέση», τότε μόνο αυτό της επιτρέπεται να δηλώσει, αν και δεν θα γλυτώσει από τα πυρά του καλού της εφόσον το ακούσει. Τι είναι αυτό που κάνει εδώ όμως η Καλλιόπη; Δηλώνει πως ο Γιάννης μάλλον είναι γραμμωμένος, μάλλον θα έχει κάποια ηλικία όχι μεγάλη (ή αν “έχει φάει τα ψωμιά του” οφείλει να είναι “σπαθάτος”), μάλλον έχει στιλπνά μαλλιά ή και καθόλου, κάτι που τον “βαρβατώνει” περισσότερο, μάλλον να έχει πλάτες σκαφωτές και κορμοστασιά λυγερόκορμη. Επίσης, μία αιθέρια ύπαρξη θα μπορούσε να πλαγιάσει στους στιβαρούς του μύες και να νιώσει ασφάλεια τις κρύες μέρες τις κρίσης. Φυσικοποίηση, σεξισμός, αντικειμενοποίηση, λόγος είναι όλα παρόντα! Μάλλον τελικά ο Γιάννης είναι ένας Λ.Ε.Δ.Α, κατά την πληθώρα τον περιπτώσεων, δηλαδή Λευκός Ετεροσεξουαλικός Δυτικός Άρεννας. Παύση. Δεν έχω τίποτα με κάθε πρόσωπο που απαρτίζεται απ’ όλα αυτά συγκυριακά, έχω όμως μείζων πρόβλημα, από φορείς που τα προάγουν σε ερείσματα εύκολης φερόμενης εξουσίας κληροδοτημένης ιδεολογικά σε εκφορές από τον καθημερινό λόγο στην στάση του λεωφορείου μέχρι την εκφορά τους σε τυπικά πλαίσια πολιτικής. Από την Καλλιόπη στην στάση που αυτό/έτεροκαθορίζεται με βάση αυτό και τον/την διδάσκων/ουσα σε πανεπιστήμιο, που αναγνωρίζοντας ταυτότητες το χρησιμοποιεί καθημερινά για να κρίνει το ωραίο και το ορθό μέχρι και τα “ανδρείκελα” στα βουλευτικά έδρανα που προασπίζουν την καθαριότητα του ΛΕΔΑϊκού έθνους, έχω πρόβλημα!. Και όλα αυτά γιατί; Εφόσον μιλάω για πράγματα νομίζω πως αυτά είναι απλά και συνάμα σύνθετα. Σύνθετα για να κατανοηθούν οι νοηματικές εξυφάνσεις του καθενός σε μία δυναμική κατάσταση, και απλά στην κατανόηση της κάθε μιας επί μέρους. Δηλαδή το άθροισμα των επιμέρους υπερβαίνει την σύσταση του καθενός ξεχωριστά. Για παράδειγμα είναι δύσκολο να μου έρθει μέσω επιφοιτήσεως μία κριτική για τον θεσμό της οικογένειας, μπορώ όμως να το πάω βήμα βήμα σχετικά εύκολα, ξεκινώντας από μία πολύ συγκεκριμένη οικογένεια, π.χ. αυτήν που ανήκω.

Αυτό που χρειάζεται αρχικά να επι-σκεφτώ, σε επαγωγική αναζήτηση, εφόσον βρίσκομαι σ’ ένα δυτικό πλαίσιο, είναι η οικογένεια στην δυτική κοινωνία. Δηλαδή, η πυρηνική οικογένεια. Αξιοσημείωτο είναι πως ακόμη και οι πρόσφατες τάσεις περί νομιμοποίησης του γάμου των ομοφυλόφιλων ζευγαριών, που παρατηρείται στις ΗΠΑ, κάτω από αυτό το πρίσμα που διαπραγματεύομαι δεν είναι ολωσδιόλου χειραφετητικές, εφόσον πάνε να πατροναριστούν στην μίμηση του παραδοσιακού μοντέλου πυρηνικής οικογένειας. Το παραμυθικό σκεπτικό είναι απλό, πρόγονοι που με κληροδοτούν , απόγονοι που με διαιωνίζουν. Μετά το 1953 αυτό συγκροτείται πολύ καλά[6]. Πως διαιωνίζομαι εγώ μέσα από τα παιδιά "μου" ρωτάω σήμερα; Μα είναι πολύ απλό θα μου πει κάποια/ος, κληροδοτώντας το DNA "σου" μέσω τεκνοποίησης. Χα! Χα! Χα! Προκαλώ κάθε αναγνώστη και αναγνώστρια να μου πει ποιοι ήταν οι πρόγονοί του πριν από έξι γενιές. Χα! Χα! Χα! Κανείς δεν θα απαντήσει εκτός και αν ανήκει σε βασιλική οικογένεια που ακολουθεί τα πρωτόκολλα. Ορίστε που ένας συντηρητικός τρόπος του σκέπτεσθαι παρεισφρέει με τόσο αθώο τρόπο στα λεχθέν της κάθε Καλλιόπης όταν δηλώνει πως ο κάθε Γιάννης θέλει να γίνει ο ρωμαλέος πατέρας των παιδιών της και αυτή η καλή ροζουλί τροφός τους. Έτσι νομίζει πως θα νικήσει το θάνατο! Θα περάσει το “είδος” της , μαζί με του καλού της, στην συνέχεια της ζωής. Και εδώ αρχίζει το προκρούστιο πανηγύρι. Μέτρα, ίντσες και δεκάμετρα αρχίζουν να παρελαύνουν, σιλικόνες και  υαλουρονικά κάνουν ακροβατικά, φακοί επαφής και υπεροξείδια χαιρετούν τους θεατές, τρίχες μακριές και τρίχες κοντοκουρεμένες στοιβάζονται στενά ή μία δίπλα στην άλλη, δώρα από λευκό της αδαμαντίνης και της οδοντίνης και πυρόξανθο του φοίνικα, πράσινο της άνοιξης και γαλάζιο της λίμνης έρχονται να συνθέσουν «ονειρικά» σχέδια για την νίκη του θανάτου. Συγγνώμη στο τέλος του θεάματος αλλά χάσαμε! Η μόνη νίκη εδώ είναι της υπερισχύουσας προπατορικής ιδεολογίας περί (παπ)άριας φυλής που συγκροτεί και συγκροτείται σ’ ένα δυτικό σκηνικό δίνοντας καρπούς στα βλαστάρια της , νεοφιλελευθερισμό και εκπροσώπηση. Ο θάνατος στην δυτική παρτιτούρα είναι η σκέψη που απεμπολείται, το γήρας και το αποκλίνων νεανικό επίσης, π.χ. οι εφηβικές αυτοκτονίες που αφορούν emo, gay και όλων των ειδών των “αποκλινόντων” αυτού του κανονικοποιητικού φυσικού υγειονομικού ιδεολογήματος. Έννοιες που πολεμούνται ενόψει της απαστράπτουσας ακτινοβολίας αστέρων, τα οποία μοιάζουν με κέλυφοι που όσο θωρακίζονται τόσο ενισχύουν μία ουσία που θέλουν να την ονομάζουν ψυχή. Και οι διαδικασίες συντήρησης του κοινωνικού στερεώματος και ταρίχευσης του σώματος καλά κρατούν.

Νομίζω ότι στην εξουσία του εκφέροντος λόγου μου , αν υπάρχει για σένα, θα προτείνω την επί-σκεψη του θανάτου σε καθημερινή βάση, και αυτό δεν είναι μία πεσιμιστική θεώρηση, είναι ένας τρόπος να ξανά-αρχίσω, καθώς όσο παρατηρώ τον θάνατο δεν μπορώ να λυπάμαι για αυτόν αλλά να αντιτίθεμαι σε όλα αυτά που με θανατώνουν καθημερινά και εγώ τ’ αφήνω! Ο θάνατος είναι ο θείος/γείτονας που ενώ δεν είχα ποτέ σχέσεις συγγένειας μαζί του, με αποτρέπει να ξεκινήσω το κάπνισμα επειδή καπνίζει ο ίδιος, και θα ήθελε να τον απέτρεπαν και αυτόν όταν το ξεκινούσε. Κανένας δεν τον ακούει, όλοι τον προσπερνάμε στην γειτονιά γρήγορα για να βρεθούμε με το απαστράπτον γκομενικό μας. Και συνεχίζουμε το “κάπνισμα” έκαστος στην ατομικιστική «φτιάξε τον μοναδικό εαυτό σου» ιδεολογία φουμάροντας ένα τόσο ίδιο καπνό. Ευτυχώς όμως που ο θείος είναι αθάνατος και μπορεί να μας θυμίσει πάντοτε πως η μοναδική δικαιοσύνη είναι ο ίδιος, όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στο θάνατο, απλώς κάποιοι έχοντες τα φράγκα το καθυστερούν. Οι λοιποί τώρα που δεν τα έχουν και ζουν τις επίπλαστες ρευστότητες μίας δυναμικής κατάστασης συλλήβδην σε χρονικότητες νομίζοντας πως θα την πάρουν την εξουσία στα χέρια τους έκαστος ατομικά, μήπως να πάψουν για το ξεροκόματο , να ξανα-σκεφτούν και να πάνε για την πίτα όλοι μαζί, χωρίς σύνορα, εθνολατρείες και φυσικοθεωρίες, αφήνοντας τον Γιάννη και τη Καλλιόπη να περιμένουν το λεωφορείο που θα τους πάει στην δουλεία τους, πιστεύοντας πως συνουσιαζόμενοι νεοφιλελευθέρως θα απαλλαγούν από όλα τα δεινά και δη το θάνατο;






[1] Επίκουρος, Κύριαι Δόξαι, Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ͵ τὸ δ΄ ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς

[2] Αναφέρομαι στην πρόσφατη σφαγής της Σρεμπρένιτσα, άγνωστη κατά τους πολλούς, “ένα έγκλημα πολέμου που διεπράχθη κατά τη διάρκεια του πολέμου της Βοσνίας. Το 1995, Σέρβοι από τη Βοσνία σκότωσαν 8.000 Βόσνιους μουσουλμάνους άνδρες και αγόρια στη Σρεμπρένιτσα. Η πόλη είχε κηρυχθεί ασφαλής περιοχή από τα στρατεύματα του ΟΗΕ δυο χρόνια νωρίτερα και φυλασσόταν από Ολλανδούς στρατιώτες. Όταν οι Σέρβοι την κατέλαβαν, οι πολύ λιγότεροι σε αριθμό Ολλανδοί, δεν έριξαν ούτε μια τουφεκιά για να υπερασπίσουν την πόλη. Πολλοί Βόσνιοι πήγαν στο στρατόπεδο του ΟΗΕ για να ζητήσουν προστασία και αρκετοί δεν έγιναν δεκτοί. Οι στρατιώτες του ΟΗΕ ζήτησαν απεγνωσμένα υποστήριξη, η οποία δεν τους δόθηκε ποτέ. Οι Σέρβοι ξεχώρισαν τους άνδρες και αγόρια από τις γυναίκες και τους σκότωσαν, περίπου 8.000 ανθρώπους, ρίχνοντας τα πτώματά τους σε ομαδικούς τάφους. Η σφαγή αυτή ήταν η μεγαλύτερη της Ευρώπης μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.”, πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Σφαγή_της_Σρεμπρένιτσα

[3] Jessica R. Johnston, The American Body in Context: An Anthology

[4] Λέγοντας έκτρωμα δεν εννοώ τις «τερατογενέσεις» που χρησιμοποιήθηκαν ως επιστημονικό άλλοθι για να αιτιολογήσουν εκτρώσεις αλλά θα υιοθετήσω την μορφή μη συμβατή με τη ζωή για την νοηματική μου απήχηση.

[5] Βλ. τον επιστημονικά εξειδικευμένο κλάδο της ψυχολογίας που θέλει να ονομάζεται «Συγκριτική» ή «Ηθολογική μελέτη» (των ζώων) με απώτερο σκοπό να παραλληλίζεται στην ανθρώπινη συμπεριφορά π.χ. Κούρτοβικ, Δ., Συγκριτική ψυχολογία (Ηθολογία), Ελληνικά Γράμματα (1994)

[6] Στις 2 Απριλίου του 1953, οι Watson και Crick, δημοσιεύουν στο επιστημονικό περιοδικό Nature, (φύση) το άρθρο που περιέγραφε την διπλή έλικα του DNA, υπό τον τίτλο A Structure for Deoxyribose Nucleic Acid (Μία Δομή για το Δεοξυριβο - Νουκλεϊκό Οξύ), κάτι που είχε ξεκινήσει προ πολλού από την Franklin και τον Wilkins.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Μπλούζα Vs Ποδιά



Είμαι στο εργαστήριο του μαθήματος της ανατομίας, η διάθεση και η περιέργεια τεράστια για να δω πως είναι ένας άνθρωπος εκ των έσω, καθώς ήταν το πρώτο μου εργαστηριακό μάθημα με αυτό το περιεχόμενο. Αριστερά και δεξιά της αίθουσας παρατεταγμένα αντικριστά ανατομικά τραπέζια τα οποία φέρουν προπλάσματα και πτώματα. Ατρόμητος πλησιάζω ένα, στο οποίο έχει καλυφθεί το πρόσωπο και η γεννητική περιοχή. Ξαφνικά μου έρχεται στην σκέψη ο Φουκώ και η αντικειμενοποίηση του ανθρώπου μέσω της επιστήμης[1]. Σε λίγο η εικόνα θα γινόταν ακόμη χειρότερη και από το πτώμα με σταματημένη την διαδικασία της αποσύνθεσης του, ως εικόνα που ζητάει την γνησιότητα της έννοιας του θανάτου.

Στην επιστήμη της ιατρικής είθισται όποιος μετέχει σε αυτήν να φοράει λευκή «μπλούζα». Εφόσον την έχει βάλει, περνώντας τα τυπικά μονοπάτια της εκπαίδευσης και εξαργυρώνοντας πολιτισμό, κληροδοτείται με την εξουσία της. Τονίζω την λέξη μπλούζα καθώς σε προηγούμενο ‘σφάλμα’ μου στην ιατρική σχολή του αριστοτέλειου πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης αναφέροντάς την ως ‘ποδιά, η γραμματέας με είχε στηλιτεύει αγρίως με ακατάπαυστες προτάσεις πως ‘δεν είναι δυνατόν να λέμε ποδιά, τι είμαστε στην κουζίνα και τηγανίζουμε ψάρια, εδώ είναι ιατρική’. Το σεξιστικό ρεπερτόριο που εννοεί πως οι γυναίκες-τροφοί φοράνε ποδιά και τηγανίζουν ψάρια που οι άντρες-ψαράδες με μπλούζες έχουν πιάσει, παρουσιαζόταν πρόδηλα ενώπιόν μου τότε από την κοινωνούσα θεματοφύλακα αυτού, γραμματέα.

Σ’ αυτή τη σχολή (ιατρική αθηνών) τα πράγματα θα γίνονταν πιο έντονα. Κάνοντας ένα διάλειμμα απ’ το ανατομείο και πηγαίνοντας στο χώρο του αμφιθεάτρου συνέβη το εξής αξιοπρόσεκτο: σε μία κοπέλα που καθόταν δίπλα μου στο πρώτο φοιτητικό έδρανο είχε πέσει η ‘ιατρική μπλούζα’ κάτω στο πάτωμα. Τότε πλησιάζει ο διδάσκων, την σηκώνει, και δίνοντας την της λέει ‘χρειάζεται να την προσέχετε καθώς γι’ αυτήν την μπλούζα μπήκατε εδώ’. Μην μπορώντας να αντισταθώ στο λεκτικό παιχνίδι που είχε ανοιχτεί του απαντώ πως οι ‘ψυχίατροι δεν φοράνε καν’ και τότε, με σιγουριά γνώστη των συντεχνιακών θεμάτων, μου λέει γελώντας ‘έχουν τις άλλες τις καλύτερες’. Ένας υποψιασμένος στοχαστής θα έκανε λόγο για την εξουσία του συμβόλου[2]. Ο πορφυρός χιτώνας του ιεροεξεταστή στον μεσαίωνα γίνεται σύγχρονα η λευκή εξεταστική μπλούζα του γιατρού.

Galileo before the Holy Office, a 19th century painting by Joseph-Nicolas Robert-Fleury
Τα δύο σύμβολα που θα ήθελα να διαπραγματευτώ σε αυτήν μου την στοχαστική διαδρομή είναι η ‘μπλούζα του γιατρού’ και η ‘ποδιά της καθαρίστριας’. Το άκρατα συμπτωματικό είναι πως η ευκαιρία για μία τέτοια κοινωνική συγκριτική συμβόλων μου δόθηκε απλόχερα. Καθήμενος λοιπόν στο εργαστήριο της ανατομίας, στο τραπέζι που είχα αντιστοιχισθεί, με στρατιωτική επιμέλεια ως ονοματεπώνυμο και αριθμός μητρώου, βλέπω να ανοίγει η κεντρική πόρτα και να μπαίνει μέσα κουτσαίνοντας μία γυναίκα γύρω στα εξήντα έτη - κατάκοπη με ‘μπλε ποδιά καθαρίστριας’. Ήταν ευτραφής, με κοντά κουρεμένα μαλλιά, μεσαίου αναστήματος. Μας πέρασε ανέπαφη μπαίνοντας στο οπτικό πεδίο του διδάσκοντα που είχα, κατευθύνθηκε σε ένα άλλο ανατομικό τραπέζι έκανε κάτι με ένα άλλο διδάσκοντα και έφυγε. Σε αυτό το σημείο συνέβη κάτι το άξιο αναφοράς. Ο διδάσκων μου, που δεν θα ήταν αυτός που θα είχα τους επόμενους μήνες στο μάθημα, παρόμοιας ηλικίας με την καθαρίστρια, σταμάτησε την περιγραφή των οστών που είχαμε και καθήλωσε το βλέμμα του επάνω της. Μας παρότρυνε εμμέσως να το κάνουμε και εμείς λέγοντας, χωρίς να ακούγεται στην ίδια, πως‘αυτή παιδιά είναι η Αντωνία, κάθε φορά κάνει αυτό το πράγμα’ εννοώντας πως μας διέκοπτε από μία τόσο σημαντική πράξη, ιερά σεβάσμια, όπως είχαμε προειδοποιηθεί να δείξουμε περίσσιο σεβασμό γι’ αυτό το χώρο στο εισαγωγικό μάθημα του αμφιθέατρου. Αυτό μου θύμιζε αλλοτινούς θεματοφύλακες της Γνώσης[3], μόνο που τότε δεν φοριόταν το λευκό αλλά το κόκκινο. Νιώθοντας ενοχές με το να σιωπήσω και συνεπώς έτσι να συναινώ, βλέποντας την κίνησή της απ’ το οπτικό μου πεδίο πως έδινε κάτι σ’ ένα άλλο διδάσκοντα στην αίθουσα, έπιανα τον εαυτό μου να πετιέται και να λύνει την απορία του ιεραρχικά ανωτέρου του, πριν βγάλει το έμμεσο πόρισμα που εννοούνταν «της χαζής καθαρίστριας που απλώς θέλει να κλέψει ματιές απ’ το τόσο κεκλεισμένων των θυρών εργαστηριακό μάθημα με το άλλοθι της θέσης της και να δει τι κάνουμε» λέγοντας ‘κύριε Χ. η κυρία ήρθε για να παραδώσει τα κλειδιά του γραφείου του κυρίου Ω. που προφανώς της είχε αναθέσει να καθαρίσει πριν έρθουμε εδώ’. Ξαφνικά ο διδάσκοντας φωτίσθηκε και μου απαντά ‘μόλις μου λύθηκε μία απορία που είχα καιρό’.

Μία εβδομάδα μετά και περιμένοντας για το αποτέλεσμα της γενικής συνέλευσης της σχολής έξω απ’ το αμφιθέατρο βλέπω την Αντωνία να καθαρίζει τον όροφο. Ερχόμενη προς το μέρος μου και καπνίζοντας στον χώρο της επισήμανα πως δεν πετάω την στάχτη κάτω ούτε και τα τσιγάρα, η ίδια μου χαμογέλασε και μου είπε πως είμαστε καλά παιδιά και δεν κάνουμε ζημιές, σαν ένα πειθήνιο σκυλί που μετά από χρόνια γνωρίζει τον αφέντη του, παρατηρώντας ταυτόχρονα πως δεν είχε μπροστινά δόντια. Η προφορά της ήταν ξένη και σε λίγο μου έλεγε πως παίρνει 400 ευρώ και πληρώνει τα 200 ευρώ ενοίκιο. Το θέμα είναι πως την είχα δει στο εργαστήριο την ίδια μέρα το πρωί στις 9 και μετά σε απόσταση 2 κτιρίων διαπίστωνα πως δεν είχα δει άλλο πρόσωπο στην καθαριότητα παρά την ίδια. Φαίνεται πως είχε αναλάβει να τα «καθαρίσει» όλα μόνη της. Ιδεολογικές βρωμιές πολλών ετών θα έλεγα ή και συσσωρευμένη πάλη αιώνων. Σαν ένα ενοχικό γενετικό υπόβαθρό τυχαιότητας, που όφειλε να ξεπληρώσει με ακατάπαυστη εργασία για μια ζωή. Όταν της είπα μαζί με μία φίλη πως μάλλον θα ψηφίσουμε κατάληψη της σχολής και ότι είχε ευκαιρία να ξεκουραστεί τότε σκιάστηκε το πρόσωπό της και είπε ‘όχι! εδώ είναι καλά, αν δεν έρθω εδώ θα πάω σε άλλο που τρίβω όλη μέρα’. 

Σε λίγο τα πράγματα θα γίνονταν λίγο χειρότερα. Μία κοπέλα πρωτοετής προχώρησε προς το μέρος της που βρισκόταν δίπλα μου και θα έκανε παράπονα πως δεν υπάρχουν καλαθάκια, χαρτί και σαπούνι στις τουαλέτες και αν αυτή ήταν υπεύθυνη για αυτό το πράγμα. Προφανώς και ήταν εκκολαπτόμενη γιατρέσσα με «καθαρή λευκή μπλούζα». Εκεί δεν κρατήθηκα και χωρίς να είναι κάτι το προσωπικό την πήγα μονότερμα στην άλλη γωνία του λεκτικού ρινγκ, παραθέτοντας απλά επιχειρήματα και δείχνοντας τα δικά μου δηκτικά ιδεολογικά ρεπερτόρια - δόντια.

Εδώ τα διλήμματα μου δεν είναι αν είναι "καλός ή κακός" κάποιος/α, αλλά αν θα ήθελα ποτέ να είναι τόσο «καθαρή» η μπλούζα μου, όποια και αν είναι αυτή, εφόσον ξέρω πως το ‘σαπούνι’ μου είναι από ανθρώπινο παράγοντα – μετουσιωμένο ή μη, χωρίς να δηλώνω καμία ειρωνεία ή σαρκασμό. Η κοινωνία έχει οδηγηθεί με ποικίλους μεταμοντέρνους τρόπους στο Νέο(συμπλήρωση κατά βούληση)., από το νέο-φιλελεύθερο στο νέο-ναζισμό. Η νεοναζιστική οργάνωση των χρυσών αυγών εκπροσωπείται σ’ ένα μεγάλο ποσοστό στο ελληνικό κοινοβούλιο, οι νεοφιλελεύθερες απολιτικ (ες) παρατάξεις οξυμωρούν "υπερασπίζοντας φοιτητάς 
"που χάνουν μαθήματα ενώ δεν θέλουν να συμμετάσχουν στην πολιτική καθώς αυτή είναι "άθλια" και οι ίδιοι πιο λελογισμένοι διαβάζοντας "Άθλιους" μετά τα διδακτικά συγγράματα. Οι πρακτικές δεν είναι εκεί έξω μακριά από σένα και μένα, συμβαίνουν καθημερινά δίπλα μας. Απλώς αποφασίζεις την συνεχή πάλη και αγώνα σε αυτό που θεωρείς ηθικό. Ποικίλες αναγνώσεις από τα όχι τόσο παραδοσιακά κιτάπια αλλά από την κριτική σκοπιά μπορούν να εξοπλίσουν και να αφυπνίσουν, εφόσον η κοινωνική θέση το επιτρέπει ή και το αναζητά. Για εμένα η Αντωνία από χώρου του ανατολικού μπλοκ, οικονομική μετανάστης, είναι ένα μπρεχτικό παράδειγμα κλεμμένων βιβλίων από κάποιους που αποφάσισαν για αυτήν και μετά την κατηγόρησαν για αμορφωσιά. 

Μέσα στο αμφιθέατρο αποφάσιζα με την ψήφο μου για μένα, τόσο αμεσοδημοκρατικά, η Αντωνία όμως περίμενε 3 χρόνια για σύνταξη. Οι αλυσίδες της ήταν βαθιά ‘ριζωμένες’ στην κοινωνική της ανατομία, και χωρίς να γίνομαι φρουρός της, μπορώ να γίνω ηθικός υπερασπιστής της, σε κάθε μου κίνηση.

Όχι εγώ δεν θα το επιτρέψω. Ανήκω στο στρατόπεδο της «βρώμικης ποδιάς» και όχι της «καθαρής μπλούζας». Ουδετερότητα και αντικειμενικότητα δεν υπάρχει καθώς αυτές θα αποτελούσαν πρακτική μίας Πιλάτιας νιπτωχειρικής απολιτικής στάσης που δηλώνει πως "εγώ έχω καλώς βολεμένον τον οπίσθιόν μου, φροντίστε έκαστος τον δικό του". Οποιαδήποτε στοιχειώδη ηθική και πολιτική συνείδηση, του ζω και είμαι κοινωνικό ον, και όχι ένας επιστημονίσμος εκεί ψηλά στο κάστρο μου με τις μακαριότητες του, θα ήταν ευκόλως απαντημένη πάντα σε αναφορά με το κοινωνικό, χωρίς να κρύβεται πίσω από νεοφιλελεύθερες ρητορείες που χτίζουν την εκάστοτε βολεύουσα τον εαυτόν πρακτική. Μπουχτήσαμε από τέτοιους ε/αυτούς. 




[1] Μ. Φουκώ, Ιστορία της Σεξουαλικότητας (τομ. Ι)
[2] Εδώ κάνω λόγο για το αυθαίρετο του γλωσσικού σημείου όπως θα έλεγε και ο Saussure “δηλαδή ότι η γλώσσα δεν αντιγράφει την πραγματικότητα, αλλά είναι αυθαίρετη καθώς δεν υπάρχει μια αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στο σημαίνον (τη λέξη που αποδίδεται σε ένα αντικείμενο) και το σημαινόμενο (το αντικείμενο). Έτσι, το γλωσσικό σημείο δεν ενώνει ένα όνομα με ένα αντικείμενο, αλλά μια ιδέα του πράγματος με μια ακουστική εικόνα. Η γλώσσα συνολικά επιβάλλεται αυθαίρετα και χρησιμοποιεί ως μέσο ανάδειξης και μετάδοσής της τις κοινωνίες.” Τσινόρεμα, Βούλα, Οι στρουκτουραλιστικές και μετα-στρουκτουραλιστικές θεωρίες της γλώσσας και το πρόβλημα της αλήθειας, Δωδώνη 14/Γ΄ (1985), 147-171.
[3] Εννοώ την Θεία Γνώση που είχαν κατά παράδοση οι μοναχοί του μεσαίωνα και μετέδιδαν στα πρώτα θρησκευτικά ιδρύματα – πανεπιστήμια, γνωρίζοντας οι ίδιοι ανάγνωση και γραφή στην κυρίαρχη γλώσσα της εποχής που ήταν τα λατινικά. Ότι δεν αντιστοιχούσε στη «Θεία Γνώση» ή αντίβαινε αυτήν, όπως στην περίπτωση του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου προφανώς δεν λογοκρινόταν μόνο αλλά καταδικαζόταν. Η μεσαιωνική συντεχνία (universitas) σήμαινε τη συντεχνιακή ένωση διδασκόντων και διδασκομένων. Ρήγος Α. (2000) Πανεπιστήμιο: Ιδεολογικός πόλος και λόγος. Από το Μεσαίωνα στη Νεωτερικότητα, Παπαζήση, Αθήνα.

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Επιλογή ή / και Εξαναγκασμός


“The storm begins” λέγεται το κομμάτι που επέλεξα για να αρχίσω να γράφω, να εκθέτω, και μέσα από αυτό να εκθέτομαι. Η καταιγίδα αρχίζει λοιπόν, μία καταιγίδα λέξεων, νοημάτων και σχέσεων εξουσίας, τα γράμματα παρατάσσονται στη σειρά ως δικοί μου στρατιώτες αυτή τη φορά για να δώσουν την δική μου μάχη, μέσα στο λασπωμένο και χιλιοπατημένο έδαφος των νοημάτων.

 Παίζοντας και απόψε με τις τεχνικές θα δω την έκβαση αυτής της μάχης, θα νικήσει η Επιλογή ή ο Εξαναγκασμός, δεν υπάρχει μανία με το «Ε» πάντως "σίγουρα" και ‘γω Εμμανουήλ λέγομαι. Από ποιους, πως και γιατί, θα ήταν ωραία αρχή για μία κατοπινή μου αναζήτηση, κάποια άλλη χρονικότητα.

Στην αιτιοκρατική σκέψη του αναγνώστη χρειάζομαι ένα άλλοθι για αυτήν μου τη κίνηση, ως ένας ακόμη μακιαβελικός ηγεμόνας που καταδιώκει τους τρομοκράτες του χειριζόμενος την εξουσία του λόγου του, και ευθύς αμέσως θα την παρουσιάσω. Δεν πέρασαν πολλές ώρες από την επίσκεψη μου σε μία γυναίκα που πάσχει από μεταστατικό καρκίνο στους πνεύμονες, και λίγο πολύ οι περισσότεροι με αυτή τη περιγραφή αποκτούν εικόνα, άλλοι φτύνονται, άλλοι χαίρονται που δεν είναι οι  ίδιοι ασθενείς και συνάμα ένοχα συναισθήματα λύπης αρχίζουν να αναλαμβάνουν τη κυριαρχία ενώ άλλοι αντιδρούν παντοδαπώς απρόβλεπτα σε αντίδραση του γράφοντος. Το αίτημα αυτού του προσώπου με το καρκίνο που επισκέφθηκα ήταν να πάρει μια άποψη ενός πιο ‘ειδικού’ καθώς της άλλαζαν για άλλη μια φορά την «θεραπεία». Σε καμία περίπτωση δεν αναλαμβάνω θέση θεράποντος, δεν μου πάει, δεν το θέλω, δεν… θα σκεφτώ κάτι ακόμη. Κάθε φορά που μιλάμε νιώθει όμορφα  έπειτα εφόσον έχουμε συζητήσει για διάφορα θέματα και χωρίς να είμαι ο ένοχος μεσσίας της, όσο νιώθω όμορφα και 'γω συνεχίζω να ανταποκρίνομαι στα αιτήματα της για επισκέψεις.

Το σημερινό ερώτημα ήταν αν «είναι καλύτερο το νέο φάρμακο από το παλαιό». Ποιο νέο όμως και ποιο παλιό; Αυτό που θα έβλεπε κάθε φοιτητάκος διαρκείας, όπως και του λόγου μου αποφεύγοντας την κατά μέτωπο σύγκρουση, είναι πως και τα δύο σκευάσματα είχαν κάτι κοινό, ή ακόμη καλύτερο κάτι ολόιδιο και κάτι συνάμα τόσο διαφορετικό. Το ίδιο ακριβώς και στα δύο ήταν η δραστική ουσία, σερτραλίνη, η οποία παραβάλλω […]ανήκει σε μια κατηγορία φαρμάκων που ονομάζονται εκλεκτικοί ανταγωνιστές της επαναπροσληψης σεροτονίνης. Επηρεάζει χημικές ουσίες στον εγκέφαλο που μπορεί να προκαλούν κατάθλιψη, πανικό ή άγχος, ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα. Η σερτραλίνη χρησιμοποιείται στη θεραπεία της κατάθλιψης, της ιδεοξυχαναγκαστικής διαταραχής, της προεμμηνορυσιακής δυσφορικής διαταραχής και της μετατραυματικής αγχώδους διαταραχής»[1]. Δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ στα δύο ιατροφαρμακευτικά σκευάσματα ως φάρμακο, η διαφορά ήταν στο όνομα. Αυτή η διαφορά φυσικά απηχούσε τις διαφορές μεταξύ δύο εμπορικών εκπροσώπων και συνεπώς των επονομαζόμενων ιατροφαρμακευτικών προϊόντων. Μιας και μιλώ για προϊόντα, σε ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα (και δη νεοφιλελεύθερο) που αυτά συστήνονται ως τέτοια, αγαθά δηλαδή προς πώληση ανάλογα με το εκάστοτε κοινωνικοπολιτικό έθος, το ένα με 30 δισκία των 50mg είχε 13,76 ευρώ και το άλλο με 14 δισκία των 50mg είχε 8,11. Αν κάνω την αριθμητική πράξη θα βρω πως η δεύτερη επιλογή έχει διαφορά 3,61 ευρώ περισσότερα χωρίς να αλλάζει τίποτα παρά το όνομα [2]. Μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί αν εδώ κάνω ένα μάθημα πολιτικής οικονομίας, η απάντηση θα ήταν ναι και όχι μαζί. Ναι όσον αφορά το επίθετο πολιτικής όχι όσον αφορά το ουσιαστικό οικονομίας. Σε μία δική μου απήχηση αυτή οι δύο όροι θα ήταν μάλλον αντεστραμμένοι ή και χωρισμένοι καλύτερα, ευκρινώς. 

Το παιχνίδι με τις λέξεις φαίνεται να είναι επικίνδυνο και το δίλλημα μου δεν είναι ποιο από τα δύο σκευάσματα είναι το καλύτερο αλλά τι λέξεις θα χρησιμοποιήσω για να καταδείξω πως όλοι η «πραγματικότητα» που ζούμε, εγώ και εσύ μαζί, μάλλον, τώρα μόλις που μοιραζόμαστε αυτές τις λέξεις, είναι κάτι που φτιάχνεται. Σήμερα την φτιάχνω εγώ για σένα με τα εργαλεία που έχω διαθέσιμα και αυτά είναι οι λέξεις. Αυτές όμως δεν είναι τόσο αθώες όσο φαίνονται. Για παράδειγμα πριν ανέφερα την γνωστή περίφραση «πολιτική οικονομία», πίσω από αυτήν αν κοιτάξει οποιοσδήποτε (φιλόδοξος;) λίγο προσεκτικότερα και με κάποια κριτική προοπτική θα δει πως κρύβονται αιώνιες μάχες, και όχι με γλαφυρό τρόπο αιώνιες. Από την ανατολή των νεωτερικών εθνών δίνονται συνεχώς μάχες για την υπερίσχυση του "ενός" έναντι του "άλλου" έτερου, από το εναντιώμενο γαλλο-πρωσικό ως και το ψυχροπολεμικό ρωσσο-αμερικάνικο. Όλες οι «πολιτικές οικονομίες» βρίσκονται μέσα στα όρια εθνικών οντοτήτων και των γλωσσικο-ιδεολογικών τους συμπλεγμάτων. Φορείς αυτών ποιοι; Μα εγώ και εσύ που βρεθήκαμε εκ των υστέρων μέσα σε αυτά τα μορφώματα. Εδώ βρίσκομαι επάνω σε αρτηρία, πέρα από αυτήν δεν υπάρχει νόημα και μάλλον αυτό υπάρχει πριν από μένα για μένα εκεί έξω. Δεν γεννιέμαι Εθνικός, γίνομαι[3].  Έτσι με αυτό τον τρόπο καταδυναστεύομαι με όλα αυτά που ‘πρέπει’ να εκπληρώσω γινόμενος  κοινωνικά. Το ότι «γίνεσαι» ψυχασθενής, λεσβία, πούστης, χωρισμένος, αποτυχημένος, χοντρός, άσχημος, άρρωστος, φτωχός και όχι πλούσιος είναι κάτι που μάλλον φαίνεται κοινωνικά ότι το "επιλέγεις". Και εδώ φαίνεται πως πρόκειται για ένα τραγέλαφο. Κωμικό αν δει κανείς τον τρόπο με τον οποίο αυτό συγκροτείται παίζοντας – πλέκοντας νοήματα με κάτι που προϋπάρχει και κάτι που χτίζεται αυτοστιγμεί, και σοβαρά τραγικό αν δει κανείς τις επιπτώσεις στο πρόσωπο που μετέχει επιβαρυνόμενο και συνεπώς στην κοινωνία που παρουσιάζει τα δεινά του (ρατσισμός, ατομικότητα,  φυλογενετική ερμηνεία, σεξισμός, μίσος… συμπληρώσε κατά βούληση εφόσον έχει κατανοηθεί το προηγούμενο). Η βεντάλια ως οντότητα είναι πεπερασμένη και πόσο ακόμη ένα νόημα που επιλέγω επάνω στην βεντάλια-παλέτα για να κάνω τα "μοναδικά" μου νοήματα.

Το πρόσωπο που με κάλεσε για τα φάρμακα του, ομοίως είχε γίνει ‘ψυχασθενής’ από τον ψυχιατρό της και από την δική μου ματιά, ο χωρισμένος γιος που είδα στο Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής γινόταν ‘ευάλωτος έφηβος’ μπροστά στον ψυχολόγο, ο αλλοδαπός γίνεται ‘ξένος’ γιατί κάποιος νομίζει ότι ένα έδαφος είναι δικό του γονιδιακά, ο φτωχός γίνεται ‘αδύναμος’ γιατί κάποιος του πουλάει το φαγητό του και έτσι συνεχίζεται να γίνεται μία «πραγματικότητα» και να του σερβίρεται. Εδώ δεν εννοώ ότι αυτά δεν ανταποκρίνονται σε μία «πραγματικότητα». Αντιθέτως θέλω να πω πως με κάνουν και δεν γίνομαι, και μέσα σ’ αυτό νομίζω πως είναι η δική μου – η ω τόσο μοναδική επιλογή! Μα τι λέω, εγώ δεν επιλέγω να γράψω για να διαβάσεις εσύ, εσύ με εξαναγκάζεις, η προσδοκία πως κάτι μπορεί να αλλάξει.  Και ακόμη όχι, δεν επιλέγω να γράψω, απλώς σκέφτομαι την κάθε λέξη, η οποία όπως είπα είναι πολύ ύπουλη και επικίνδυνη, είναι σαν τα ράμματα που χρειάζονται για να κλείσει ένα τραύμα, κάθε ένα από μόνο του ράμμα αποτελεί μία πληγή. Αυτό είναι κάτι που οφείλω να το γνωρίζω αν είμαι χειρουργός και να μην το ξεχνάω ποτέ ακόμη και μετά από μεγάλη συνήθεια. Η συνήθεια θα γίνει έθος, όσοι θυμούνται από τα αριστοτελικά corpora.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση θα ήμουν καθέτως αντίθετος προς ένα ιστορικό υλισμό που θα πραγμοποιούσε, δηλαδή συγκροτούσε οντολογικώς μέσα από την πραγματιστική σκοπιά, μία μοναδική αλήθεια στο μάκρο-επίπεδο. Η μικροφυσική της εξουσίας, όπως έχει φανεί και στο Φουκώ, δεν ξεκινάει εκ του μάκρο πάντα αλλά κοινωνείται καθημερινώς στις μίκρο κοινωνικές της εκφάνσεις.

 Ποιος όμως θυμάται (ξανασκέφτεται) τις λέξεις; Όχι γιατί μου είπε έτσι ο Μήτσος αλλά τι χρειάζεται να πω στο Μήτσο για να είμαι ηθικός/ηθική με βάση ότι αυτός είναι εκεί και μ’ ακούει, με βλέπει και προσδοκώ να με νιώσει. Οπότε κάθε λέξη από εδώ και στο εξής θα συμφωνήσουμε πως «ΚΑΝΕΙ» μία πράξη. Να μία ‘πακιστανή λεσβία’. Μόλις έγινα σεξιστής, ρατσιστής, ομοφοβικός μισαλλόδοξος με την εξουσία του λόγου μου και να λοιπόν πως αποκτώ αμέσως ευθύνη σε αυτό που λέω. Δεν είναι ποτέ έτσι ‘απλώς’ τα πράγματα, εγώ έχω την ευθύνη κάθε φορά πού τα (έπι)κοινωνώ

Η «επιλογή» είναι η μεγάλη παγίδα της γλώσσας, και ειδικά της νέας φιλελεύθερης. Παγίδα γιατί μέσα της κρύβει τον εξαναγκασμό. Οικογένεια χωρίς γονείς είναι αδιανόητο όπως το γλώσσα χωρίς φορέα. Κι αν γίνεται όμως; Πάει πουθενά η σκέψη σου; Εμένα μου έρχεται πρόχειρα η επικοινωνία, και όχι γλώσσα εδώ καθώς θα τυποποιούσε την επαφή, κατά την έλξη δύο (ή και περισσοτέρων) ανθρώπων, είναι κάτι που πολλές φορές η γλώσσα δεν μπορεί να ικανοποιήσει, κάτι που αρχίζει να μπαίνει σε ελευθερία τέχνης, λογοτεχνίας, ζωγραφικής, γλυπτικής και άλλων όταν δεν είναι τυποποιημένη τεχνικά… εκεί νιώθεις, δεν μιλάς, κοιτάς, αγκαλιάζεις, μυρίζεις, αφουγκράζεσαι, γεύεσαι και τελικά νιώθεις. Πάσχοντας από την εποχή μου… συνέχισέ εσύ το κείμενο… ζωντάνεψέ το, προσπάθησε να μην ξαναδείς ‘πακιστανή λεσβία’ επειδή αυτή η περίφραση πια είναι κενού περιεχομένου, μη βάσιμη και παντελώς αυθαίρετη καθώς ως τώρα δεν (ανα)ρωτήθηκες ποτέ.




[1] ΙΑΣΠΙΣ, Ιδεώδες Ασκπληπιακό Πάρκο Ιατρικής Σχολής Αθηνών, http://panacea.med.uoa.gr/topic.aspx?id=771
[2] Άλλαζαν και κάποια δευτερεύοντα πράγματα μαζί με το όνομα όπως το χρώμα του κυτίου, η περιοχή που έδρευε η μία εταιρεία από την άλλη – χαρακτηριστικά η φθηνότερη εταιρεία βρισκόταν στην Αγία Βαρβάρα Αττικής που βρίσκεται στα Δυτικά προάστια, γνωστά ως όχι τόσο εύπορα ενώ η άλλη στο Ψυχικό που βρίσκεται στα Βόρεια προάστια, γνωστά ως η εύπορη γωνιά των Αθηνών.
[3] Εδώ παραφράζω την γνωστή φράση της Σιμόν ντε Μπουβουάρ πως δεν γεννιέται γυναίκα κανείς αλλά γίνεται από το βιβλίο της ‘Το Δεύτερο Φύλο’, καταδεικνύοντας τον κοινωνικό χαρακτήρα το φύλου που υπερισχύει ένα του φυσικού όσον αφορά τον άνθρωπο καθώς δεν νοείται εκτός κοινωνίας και αποτελεί βασικό πυλώνα της φεμινιστικής σκέψης. Έτσι εθνικός εκτός κοινωνικού χώρου είναι κάτι το αδιανόητο, δεν υπάρχει αίμα που ανήκει σε φυλές αποδεδειγμένο στις μέρες αυτές, το επιχείρημα του εθνικοσοσιαλισμού αποτελεί επιχείρημα των απαίδευτων εθνικοφρονούντων που αντλούν νοήματα ταυτότητας από μία φαντασιακή υπερομάδα, αυτή του έθνους βλ Καστοριάδη, Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας..